- διεξετάζω
- διεξετάζω (AM) [εξετάζω]εξετάζω με προσοχή όλες τις λεπτομέρειες.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
διεξεταζόμεθα — διεξετάζω pres ind mp 1st pl διεξετάζω imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετασάντων — διεξετάζω aor part act masc/neut gen pl διεξετάζω aor imperat act 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζει — διεξετάζω pres ind mp 2nd sg διεξετάζω pres ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζομεν — διεξετάζω pres ind act 1st pl διεξετάζω imperf ind act 1st pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζοντα — διεξετάζω pres part act neut nom/voc/acc pl διεξετάζω pres part act masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζειν — διεξετάζω pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζοιμι — διεξετάζω pres opt act 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζοντες — διεξετάζω pres part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάζων — διεξετάζω pres part act masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διεξετάσαντας — διεξετάζω aor part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)